Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Εξελίξεις στο ψάρεμα μετά το 1922

Τιμή και δόξα στους πρόσφυγες της Μικρασίας! Η Μικρασιατική καταστροφή (1922) υπήρξε σταθμός για την ελληνική αλιεία. Σημαντικός αριθμός ομογενών αλιευτικών πληθυσμών που μέχρι τότε κατοικούσαν στα παράλια της Προποντίδας και της Μικράς Ασίας, ρίφθηκε στις ελληνικές ακτές. Ο πληθυσμός αυτός, δραστήριος, δημιουργικός και εργατικός, εισήγαγε μια σειρά από τεχνικές που άλλαξαν τον τρόπο που οι ψαράδες έβλεπαν την θάλασσα. Οι αλλαγές περιλάμβαναν και την ψυχοσύνθεση: O ψαράς μέχρι τότε ήταν ο παράκτιος ψαράς. Σπάνια ανοιγόταν στο πέλαγος. Δεν είχε επαγγελματική περηφάνεια και αυτοπεποίθηση. Τα παραπάνω αντανακλούσαν ανθεκτικές πολιτισμικές πεποιθήσεις, ήδη παρούσες στα Ομηρικά έπη. Και όμως, δεν ήταν πιο κοπιαστική η ζωή του ψαρά από τη ζωή ενός υλοτόμου ή εργάτη σε ορυχείο. Ωστόσο, η ελληνική λογοτεχνία, στις αρχές του 20ου αιώνα, συνεχίζει να καλλιεργεί το στερεότυπο του βασανισμένου ψαρά.

Ο Λάμπρος Πορφύρας στο ποίημα του «Φωνές της θάλασσας» μας καλεί να πιούμε το κρασί μας μαζί με «σκυφτούς ψαράδες, μ’ ανθρώπους που βασάνισε κι η θάλασσα κι η φτώχεια» ενώ ο Γιάννης Περγιαλίτης στις «Γραμμές στην αμμουδιά» μας μιλά για «τον γέρο-ψαρά, που με το ξεροβόρι ή με το λιοπύρι, ως το μεσημέρι πάνω στις ξέρες, ώρες σκυμμένος, ασάλευτος, εψάρευε, και ξεπαγιασμένος, ξυλιασμένος ή μουσκεμένος στον τίμιο ιδρώτα του γύριζε τις απόκεντρες γειτονιές του νησιού για να οικονομήσει το καθημερινό ψαράκι της ψαροφαμίλιας του.

Με την εμφάνιση των Μικρασιατών στον χάρτη της ελλαδικής αλιείας το στερεότυπο αναδιοργανώνεται. Ο απομονωμένος και παρίας ψαράς αντικαθίσταται από την εξωστρεφή κοινότητα ψαράδων όπου εντός της ενθαρρύνονται η πρωτοβουλία, η παραγωγή καινοτομιών, η καλλιέργεια μιας αισιόδοξης κουλτούρας. Η περηφάνια του ψαρά, τόσο διθυραμβική στο δημοφιλές άσμα για τον καπετάν Ανδρέα Ζέπο, εδράζεται στην επιτυχία αυτής της επαγγελματικής ομάδας να ταϊσει με τα ψάρια της χιλιάδες πρόσφυγες την κρίσιμη περίοδο των πρώτων χρόνων. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, η αφθονία των ψαριών ήταν παροιμιώδης και οι ψαράδες τροφοδοτούσαν τον κόσμο με τα πιο εκλεκτά ψάρια σε ποσότητες που αδυνατούνε να συγκεντρώσουν οι διπλάσιοι σε αριθμό επαγγελματίες και με τα πολλαπλάσια σε ποιότητα και σε ποσότητα μοντέρνα σημερινά εργαλεία.

Τα καινούργια εργαλεία που έφεραν οι Μικρασιάτες εκμεταλλεύτηκαν παρθένους αλιευτικούς θύλακες αλλά και είδη ψαριών τα οποία αν και ενδημούσαν στην ελληνική επικράτεια, εντούτοις δεν είχε καταστεί δυνατόν να αλιευτούν σε σοβαρές ποσότητες λόγω ακατάλληλων τεχνικών. Γρήγορα τα νέα διαδόθηκαν και στους ντόπιους και τους έδωσαν τη δυνατότητα να κερδίσουν πιο άνετα το ψωμί τους. Ας δούμε όμως συγκεκριμένα ποιες ήταν οι κυριότερες καινοτομίες:

Το γρι γρι. Είναι ένα κυκλικό δίχτυ που καλάρεται γρήγορα από ένα μεγάλο καΐκι (ψαροπούλα) με γερή μηχανή. Κοντά σ’ αυτό, μια δεύτερη ψαροπούλα, αποθήκη του διχτυού, και πίσω απ’ αυτήν, όταν κινούν να φύγουν απ’ το λιμάνι, 5-6 μικρές βάρκες, γαϊτες, με τη λάμπα στην πρύμνη. Ο λαμπαδόρος- άλλη μια ειδικότητα αλιεργάτη που η εξέλιξη εξαφάνισε-ένας σε κάθε βάρκα, είχε το νου του να φωτάει καλά η λάμπα και να κάνει σινιάλο όταν ένιωθε πως γύρω από τη βάρκα του μαζεύτηκε πολύ αφρόψαρο. Το μητρικό καΐκι τότε θα κάλαρε το κυκλικό δίχτυ που έπλεε όρθιο από τον αφρό ως το βάθος που φτάνουν τα μολύβια του. Μ’ αυτό τον χειρισμό τα ψάρια βρίσκονται κλεισμένα σε σάκο κι απ’ αυτόν τα πιάνουν οι ψαράδες με μακριές απόχες και τα ρίχνουν στην κουβέρτα της ψαροπούλας. Μετά τον πόλεμο εισάχθηκε και ο νεωτερισμός «της μπαταρίας». Στο κέντρο του κύκλου που κλείνει το γρι-γρι της νύχτας καλουμάρουν στα βαθιά μια δυνατή ηλεκτρική λάμπα με καλώδιο και την ανάβουν με μπαταρία. Αυτό το φως εμποδίζει το ψάρι να ξεφύγει από κάτω. Τα πιο συνηθισμένα ψάρια που έδινε και δίνει το γρι-γρι είναι, ανάλογα με τις εποχές, η σαρδέλα, η φρίσσα, ο γαύρος, το σαφρίδι, ο κολιός, η γόπα, η παλαμίδα, το μαγιάτικο. Για τα δυο τελευταία το ψάρεμα γινόταν και μέρα, χωρίς λάμπες. Στο ψάρεμα της ημέρας που γινόταν σε κόλπους με ήσυχη θάλασσα, ένας απ’ το πλήρωμα έκανε βάρδια σκαρφαλωμένος πάνω στο κατάρτι για να διακρίνει πού παίζουν μαζεμένα τα μαγιάτικα κι όπου τα πετύχαιναν τα κύκλωναν με το δίχτυ ολόγυρα.

Η εμφάνιση του γρι-γρι έλυσε και το σοβαρό πρόβλημα εξεύρεσης δολώματος για τα παραγαδιάρικα. Από τότε ξεκινά η συνεργασία των παράκτιων ψαράδων με τη μέση αλιεία: Oι ψαράδες θα περιμένουν την πρώτη καλάδα του γρι-γρι για να προμηθευτούν ένα κασάκι γαύρο ή παπαλίνα για να δολώσουν τα μέτζα/σκαθαρωτά παραγάδια τους και να τα ρίξουν νωρίς το πρωί.

Το τσαπαρί. Πριν τον ερχομό των προσφύγων το τσαπαρί ήταν ένα ιδιαίτερα δημοφιλές εργαλείο για τους ψαράδες της Πόλης που κατέβαιναν κάτω στα ντόκια, στις γέφυρες του Βοσπόρου και έριχναν τα τσαπαριά τους για αφρόψαρα, κυρίως σκουμπριά. Συχνά τα έδιναν επιτόπου για τηγάνισμα στους τηγανιτζίδες του Καράκιοϊ που είχανε στημένες τις φουφούδες τους μέσα στις βάρκες. Το τσαπαρί, όπως χειροποίητα κατασκευαζόταν, είχε από 8 έως 12 αγκίστρια, τα οποία δολώνονταν με φτερό γλάρου, μόνιμα δεμένο πάνω στο αγκίστρι. Το τσαπαρί αλίευε μετέωρο μεταξύ 6-18 μέτρων αποκλειστικά το καλοκαίρι.

Η ζό)κα. Είναι ένα αγκίστρι με ενσωματωμένο βαρίδι σε σχήμα ψαριού, το οποίο δολώνεται με φυσικό, αληθινό δόλωμα. Σε αντίθεση με τη συρτή σύρεται με πολύ μικρή ταχύτητα. Για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα υιοθετούνταν μια απαράδεκτη οικολογικά πρακτική: To μολύβι εμβαπτιζόταν στον τοξικό υδράργυρο για να απαστράπτει. Με την υδραργύρωση τα ψάρια εξαπατούνταν και νόμιζαν ότι είχαν ενώπιόν τους καλαμάρι ή σουπιά που φωσφορίζει και ορμούσαν να την αρπάξουν. Η ζόκα αλίευε πάντοτε νύχτα, δυο τρία μέτρα πάνω απ’ τον πυθμένα, σε βάθος 20-60 μέτρων. Τα ψάρια που συλλαμβάνονταν ήταν μεγάλα, ροφοί, σφυρίδες πρώτου μεγέθους. Στις ζόκες οι ψαράδες συνήθιζαν να κρεμούν και μικρότερο δολωμένο αγκίστρι, το οποίο αποκαλούσαν «κλέφτη».

Αρκετοί ψαράδες του Σαρωνικού έθρεψαν τις οικογένειές τους μετά το 1922 μ’ αυτό το θαυματουργό εργαλείο. Μια ωραία περιγραφή ενός τέτοιου ψαρά τη χρωστάμε σε κείμενο του Σαματούρα, έναν πρώιμο sportman: «Τα άλλα εργαλεία ήταν γι’ αυτόν μόνο για πλάκα. Όταν τέλειωνε με το αρμάτωμα της ζόκας του πήγαινε με την τραγίνα(καλαμαριέρα) να πιάσει δόλωμα, χταπόδια μεγάλα και μικρά στο Ρηχό. Κάθονταν και τα ξεπέτσιαζε μαστορικά για να δολώνει τις ζόκες του μ’ αυτά. Μετά έπαιρνε τα εργαλεία του, σήκωνε το λατίνι και αρμένιζε για τα γνωστά του σημάδια. Όταν κοντοζύγωνε έκανε τον σταυρό του γυρίζοντας τα μάτια του κατά τον ουρανό. ¶ναψε το τσιγάρο του και με λίγες κουπιές έφτασε γιομάτος ελπίδες στα σημάδια του. Πάτωσε τη ζόκα του μέσα στην απόλυτη ησυχία της νύχτας. Σκαντζάρει τραβώντας λίγες κουπιές. Την ξαναπατώνει και κάνοντας τον σταυρό του παρακαλάει τον ¶η- Νικόλα να κάνει κουμάντο. Το θαύμα δεν άργησε να γίνει.


Δεν υπάρχουν σχόλια: