Τρίτη 1 Ιουνίου 2010
Λαγοκέφαλος ή κουνέλι

Λαγοκέφαλος ή κουνέλι(Lagocephalus sp.) Tetraοdontidae Το συγκεκριμένο είδος ψαριού είναι της οικογένειας Tetraοdontidae, κοινώς γνωστό και ως λαγοκέφαλος ή κουνέλι (Lagocephalus sp.) εξαιτίας των τεσσάρων μπροστινών του δοντιών που μοιάζουν με αυτά του κουνελιού. Έχει σχήμα τορπίλης, γκρι χρώμα, σκούρα στίγματα και δεν έχει λέπια. Στη Μεσόγειο φαίνεται να “μετανάστευσε” γύρω στο 1950, ωστόσο στην Κύπρο έχει εμφανιστεί μόλις τα τελευταία χρόνια. Η κατανάλωση του ψαριού αυτού και ειδικότερα της τετροδοτοξίνης που υπάρχει στο σώμα του, επηρεάζει το νευρικό σύστημα του ανθρώπου και μπορεί να επιφέρει ακόμα και το θάνατο από πνευμονική ανεπάρκεια. Η ποσότητα τετροδοτοξίνης που βρίσκεται στο ψάρι αυτό ποικίλλει και εξαρτάται από την εποχή του έτους και την περιοχή αλίευσής του. Η τοξικότητα αυξάνεται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, οπότε και είναι η περίοδος αναπαραγωγής του. Το ίδιο ψάρι στις περιοχές του Ινδικού Ωκεανού θεωρείται είδος πολυτελείας όπως εμείς θεωρούμε το χαβιάρι. Οι ντόπιοι γνωρίζουν και αφαιρούν τα όργανα του ψαριού, τα οποία περιέχουν το επικίνδυνο δηλητήριο. Η νευροτοξίνη, που φέρει το ψάρι κυρίως στα εντερικά υγρά καθώς και στα αβγά του, σε συγκεκριμένη ποσότητα προκαλεί έντονη ευφορία, αλλαγή της διάθεσης και σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη γεύση του αποτελεί είδος πολυτελείας για χώρες όπως η Κορέα. Σύμφωνα με το Τμήμα Αλιείας, η κατανάλωση του ψαριού και της εξαιρετικά τοξικής ουσίας που παράγεται στο σώμα του, που ονομάζεται τετροδοτοξίνη (tetradotoxin-TTX), επιδρά επί του κεντρικού νευρικού συστήματος του ανθρώπου και μπορεί να επιφέρει ακόμα και το θάνατο από πνευμονική ανεπάρκεια. Δεν υπάρχει αντίδοτο στην τετροδοτοξίνη, ενώ τα συμπτώματα που παρουσιάζει η δηλητηρίαση είναι: Μούδιασμα στα χείλη και τη γλώσσα, παραίσθηση στο πρόσωπο και τα άκρα, πιθανό πονοκέφαλο, πόνος στο στομάχι, διάρροια και/ή τάση εμετού, παράλυση, πνευμονική ανεπάρκεια, (δυσκολία στην αναπνοή), θάνατο
Η μένουλα κι η μαρίδα

Αυτές οι δυο ποικιλίες είναι κοινές στις ακτές της Μεσογείου, όπου συνοδεύουν τα φαγκριά. Διακριτικά στοιχεία είναι: το συμπιεσμένο ατρακτοειδές σώμα με ωραίο πράσινο θαλασσί χρώμα και μια μαύρη κηλίδα στα πλευρά τους. Οι μένουλες τσιμπούν με απληστία στην καθετή που καλάρουν για το φαγκρί, ενοχλώντας έτσι τον ψαρά. Αυτά τα ψάρια πράγματι δεν θεωρούνται πολύ μεγάλης αξίας. Ψάρεμα των φαγκριών, λυθρινιών και μένουλων. Το ψάρεμα με την πετονιά σ’ αυτά τα ψάρια, που εξάλλου είναι περιζήτητα για το άσπρο και νόστιμο κρέας τους, (ιδιαίτερα του φαγκριού και του λιθρινιού) είναι διασκεδαστικό.
Η καλύτερη μέθοδος ερασιτεχνικού ψαρέματος είναι αναμφίβολα στα δικά μας νερό, το ψάρεμα με την καθετή. Για να μπορέσουμε να πιάσουμε αρκετά μεγάλο αριθμό από αυτά τα περιζήτητα ψάρια (εκτός της μένουλας), πρέπει να προσπαθήσουμε να βρούμε τους βυθούς που υπάρχουν αποικίες με αυτά τα ψάρια, προχωρώντας αργά με την αναζήτηση του βυθόμετρου.
Κανονικά τα μέρη που συγκεντρώνονται τα φαγκριά όπως και τα λυθρίνια κι οι μένουλες είναι οι τραγάνες, στα όρια ανάμεσα σε βραχώδεις και αμμώδεις περιοχές. Η μετακίνηση του σκάφους για λίγα μέτρα, συνεπώς και της πετονιάς , μπορεί να καθορίσει το να την τσιμπούν συνεχώς ή και καθόλου. Όταν λοιπόν εντοπίσουμε το μέρος συγκέντρωσης αυτών των ψαριών, είναι αναγκαίο να αγκυροβολήσουμε αμέσως τη βάρκα. Η καθετή που χρησιμοποιείται γι’ αυτά τα ψάρια, αποτελείται από ένα βαρύ μολύβι, με τέτοια μορφή ώστε να επιτρέπει το γρήγορο βύθισμα του μ’ ένα παράμαλο που θα δουλεύει στο βυθό. ενώ δύο ή τρία αγκίστρια τοποθετούνται στη μάννα της πετονιάς , σε διάφορα ύψη (όχι πάνω από 5 μέτρα απ’ το μολύβι) με παράμαλα σχετικά μεγάλα (μέχρι 30 εκατοστά).
Το καλύτερο δόλωμα για φαγκριά, λιθρίνια και μένουλες, είναι οι σωλήνες μετά τα σκουλήκια της θάλασσας και τα εντόσθια σαρδέλλας, που θα ήταν το καλύτερο δόλωμα, αν δεν ήταν τόσο εύθραυστο. Στις νότιες ακτές της Μεσογείου, αλλά και στη χώρα μας μερικές φορές , ψαρεύουν μένουλες ή ακόμα και φαγκριά απ’ την ακτή με πεταχτάρι, ιδιαίτερα το καλοκαίρι. Στις βορειοαφρικανικές ακτές, μπορούν να βρεθούν φαγκριά και λυθρίνια με μεγάλο μέγεθος, ιδιαίτερα κοντά στις βραχώδεις ακτές.
Μάνες και μονοδόλια

Πρόκειται για σκουλήκια, όπου η ουσιαστική διαφορά τους βρίσκεται στο μέγεθος. Πώς ψαρεύουν πώς δολώνονται και ποια ψάρια προτιμούν τις μάνες και τα μονοδόλια;
Φ1 Μάνες και μονοδόλια
Φ2. Μονοδόλια
Φ3 Κόβοντας τις μάνες για δόλωση σε παραγάδι
Φ4 Μάνες κομμάτια δολωμένες σε παραγάδι.
Μάνα.
Η μάνα είναι ένα σκληρό σκουλήκι πουμπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο την ημέρα όσο και το βράδυ, με πολύ καλά αποτελέσματα χάρις στο φώσφορο που διαθέτει εξωτερικά. Συνήθως κόβεται και δολώνεται σε κομμάτια, αρκεί να καλύπτουν το αγκίστρι, αλλά σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί ολόκληρη, αν στην περιοχή που ψαρεύουμε υπάρχουν μεγάλο ψάρια.
Η μάνα είναι ένα σκουλήκι το οποίο συναντάμε σε αμμουδερούς βυθούς, ως επί το πλείστον ρηχούς έως αρκετά ρηχούς, το μέγεθος της ποικίλει, με μέσο όρο τα δέκα με δεκαπέντε εκατοστά, ενώ το πάχος της είναι περίπου ενάμισι εκατοστό.
Η άγρια μάνα έχει πιο κόκκινο χρώμα από τη συνηθισμένη, με ραβδώσεις σε όλο της το σώμα, σε αντίθεση με την κανονική που έχει πιο λείο σώμα και χρώμα ανοικτό καφέ ή γκρι ρόζ.
Η δόλωσή της
Για το ψάρεμα από την ακτή, υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους μπορούμε να τη δολώσουμε:
α) Να την πλέξουμε πάνω στο αγκίστρι
β) Να την περάσουμε κατά μήκος του αγκιστριού σαν μονοδόλι. Ο πρώτος μάς εξασφαλίζει μεγαλύτερες αντοχές στην περίπτωση που υπάρχουν μικρά ψάρια στην περιοχή, ενώ ο δεύτερος παρουσιάζει το δόλωμα πιο φυσικό μέσα στο νερό, με αποτέλεσμα να αυξάνονται και οι πιθανότητες μας για μεγαλύτερα ψάρια.
Για να σταθεροποιήσουμε καλύτερα το δόλωμα μας πάνω στο αγκίστρι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ελαστικό νήμα, το οποίο διατίθεται σε όλα τα καλά καταστήματα ειδών αλιείας και αποτελεί μία πολύ πρακτική λύση.
Οι μάνες θεωρούνται ιδανικές για να δολώσουμε παραγάδι , γιατί αποτελούν μία από τις πιο οικονομικές λύσεις, ενώ σε ορισμένες περιόδους του χρόνου μπορεί να αποφέρουν εξαιρετικά αποτελέσματα.
Για το παραγάδι, αντίθετα με ότι συμβαίνει στο ψάρεμα από την ακτή, η μάνα δολώνεται αφού πρώτα κοπεί σε μικρές ροδέλες, τις οποίες πλέκουμε δύο - τρεις φορές πάνω στο αγκίστρι, αφήνοντας το αρπάδι να προεξέχει (φωτο 2).
Αν πρόκειται να δολωθεί σε παραγάδι, τότε με ένα κοφτερό μαχαίρι, τη σχίζουμε από τη μια πλευρά κατά μήκος και την ανοίγουμε διάπλατα. Αφού αφαιρέσουμε τυχόν άμμο που έχει στο εσωτερικό, την κόβουμε σε μικρά, μακρόστενα κομματάκια όπως περίπου κόβουμε το καλαμάρι.
Άλλος τρόπος είναι με ένα ψαλιδάκι να την κόψουμε σε ροδέλες ανάλογες με το μέγεθος των αγκιστριών μας και να τη δολώσουμε.
Το ίδιο ισχύει αν πρόκειται να δολωθεί σε πεταχτάρια ή μονάγκιστρα (φοτο 3). Η υπόλοιπη μάνα δεν ψοφάει αλλά συνεχίζει να παραμένει ζωντανή μέχρι να την κόψουμε ροδέλες ολόκληρη.
Τη μάνα την περνάμε κεντητά στο αγκίστρι, αφήνοντας την ακίδα να εξέχει μαζί με ένα μικρό περίσσευμα δολώματος προς τη μεριά της ακίδας ή να τη δολώσουμε όπως δολώνουμε το καλαμάρι και τη σουπιά.
Πρόκειται για πολύ ανθεκτικό δόλωμα αφού μπορεί να διατηρηθεί ζωντανό μια περίπου εβδομάδα, η συντήρηση του γίνεται είτε μέσα σε θαλασσινό νερό - όπου το νερό δεν πρέπει να ξεπερνά το ένα δάχτυλο - είτε μέσα σε βρεγμένη εφημερίδα με θαλασσινό ασφαλώς νερό σε ψυγείο.
Μονοδόλι ή χαλκιδεικο
Το μονοδόλι είναι θα λέγαμε μια μικρή μάνα, όπου ο μέσος όρος τον μεγέθους του είναι γύρω στα επτά εκατοστά περίπου (φωτο 4). Το προκλητικό χρώμα του, η ικανότητά του να φωσφορίζει και οι ελκυστικές κινήσεις που κάνει δολωμένο, το αναγάγουν σε ένα από τα καλύτερα δολώματα, ενώ η συντήρησή του δεν διαφέρει από τη μάνα.
Η δόλωσή του
Η δόλωση του Χαλκιδέικου διαφέρει από τον τρόπο δόλωσης της μάνας, διότι σε καμία περίπτωση δεν το κόβουμε κομμάτια. Το σκουλήκι περνάμε κεντητά, ενώ το αγκίστρι διαπερνάει το σώμα του και δολώνεται ολόκληρο, εξ ου και το όνομά του «Μονοδόλι».
Μπορούμε ακόμη να το δολώσουμε απλά περνώντας το αγκίστρι από το σωληνωτό κορμί του και να βγάλουμε το αρπάδι του αγκίστρου απ’ έξω.
Το πεταχτάρι, είναι ο κύριος τρόπος που χρησιμοποιείται, σπάνια δε, στο παραγάδι και τη καθετή.
Είναι καλό δόλωμα για τσιπούρες, λυθρίνια και σαργούς, ενώ το μελανούρι και το λαβράκι δύσκολα αντιστέκονται στη προκλητικότητά του.
Η Ανακάλυψη της ασθένειας συμπιέσεως

Το όνομα “bends” για την ασθένεια δόθηκε από τους εργάτες που δούλευαν με καταδυτικές καμπάνες στη γέφυρα του Μπρούκλιν στη Νέα Υόρκη. Αυτή είναι η πιο γνωστή ασθένεια των δυτών.
Ένας Γάλλος φυσιολόγος, ο Πολ Μπερτ, ανέλαβε περαιτέρω έρευνα της ασθένειας αποσυμπίεσης και το 1878 ανακάλυψε ότι η αναπνοή αέρα υπό πίεση είχε σαν αποτέλεσμα να διαλύονται ποσότητες αζώτου μέσα στο αίμα και στους ιστούς του σώματος. Αν ξαφνικά σταματήσει να υπάρχει πίεση, τότε το άζωτο μετατρέπεται γρήγορα σε αέριο για να φύγει από το σώμα με φυσικό τρόπο. Σαν συνέπεια δημιουργούνται σε όλο το σώμα φυσαλίδες αερίου οι οποίες προκαλούν τον πόνο που οι πρώτοι δύτες δεν μπορούσαν να εξηγήσουν και τον συνέδεαν με τους ρευματισμούς.
Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα ο Μπερτ συνέστησε οι εργαζόμενοι με καταδυτικές καμπάνες να επιστρέφουν αργά στην επιφάνεια. Αυτό είχε άμεση βελτίωση στην υγεία τους και περιόρισε τα θύματα. Ο Μπερτ ανακάλυψε επίσης ότι οι συνέπειες της ασθένειας των δυτών θα ανακουφίζονταν αμέσως με τη χρήση αυξημένης πίεσης και αυτό οδήγησε στην κατασκευή του πρώτου θαλάμου επανασυμπίεσης το 1893 στην Αμερική. Η συσκευή χρησιμοποιήθηκε με ευεργετικά αποτέλεσματα κατά τη διάρκεια της κατασκευής σήραγγας κάτω από τον ποταμό Χάτσον, μεταξύ της Νέας Υόρκης και του Νιου Τζέρσι.
Παραγάδι, αφροπατωτό.

Η πρόβλεψη της μετεωρολογικής υπηρεσίας ήταν ότι την επόμενη ημέρα το μεσημέρι ο αέρας θα φτάσει τα 4 έως 5 μποφόρ, αλλά έδινε εξασθένηση αργά το ίδιο βράδυ. Έτσι αποφασίσαμε να ρίξουμε από ένα βραδινό παραγάδι και να το σηκώσουμε με το ρόδισμα της αυγής.
Τα παραγάδια ήταν νεταρισμένα από την προηγούμενη εβδομάδα, έτοιμα να δολωθούν και μεταξύ ούζου με τσίρο ιδιοκατασκευής, καταλήξαμε στο είδος των δολωμάτων που θα ήταν περισσότερα του ενός, ενώ το παραγάδι μας αυτή τη φορά θα ψάρευε αφροπατωτά.
Για τη δόλωση των παραγαδιών μας χρησιμοποιήσαμε ολόκληρη αθερίνα, φρέσκια γαρίδα, και σουπιά παραγουλιασμένη προσεκτικά για να παραμείνει άσπρη χωρίς μαυράκια και κόκκους άμμου, την οποία τεμαχίσαμε ανάλογα με το μέγεθος των αγκίστρων του παραγαδιού.
ΤΟ ΠΑΡΑΓΑΔΙ ΠΟΥ ΡΙΞΑΜΕ
Το κάθε παραγάδι μας αποτελείται από 150 αγκίστρια. Η μάνα του είναι 50 χιλιοστά, το μήκος του παράμαλλου 1,5 μέτρο, το πάχος του 30 χιλιοστά ενώ η απόσταση του ενός παράμαλλου από το άλλο περίπου 3 μέτρα.
Για να ψαρέψει το παραγάδι μας αφροπατωτά, δέσαμε ένα φελλάρι μετά από κάθε 10 αγκίστρια. Αυτό έγινε πολύ απλά και χωρίς κόπο χωρίς μάλιστα να επέμβουμε στο αλιευτικό μας εργαλείο, είτε με κοψίματα, είτε με προσθαφαιρέσεις. Απλά μετά από κάθε 10 παράμαλλα, στο ενδέκατο αντί για δόλωμα καρφώσαμε ένα φελλάρι.
Όταν το παραγάδι πέσει στη θάλασσα λόγω της άνωσης που προσδίδει ο φελλός, ανεβάζει μέρος της μάνας και των παράμαλλων από τον πυθμένα προς την επιφάνεια, έτσι το παραγάδι ψαρεύει πατωτά αλλά και πιο πάνω.
Η ΔΟΛΩΣΗ
Η διαδικασία της δόλωσης και του ριξίματος του παραγαδιού στη θάλασσα παίζει σημαντικότατο ρόλο, γιατί αν κάτι παραλείψουμε, το αλιευτικό μας εργαλείο θα μπερδευτεί και θα πάει τσάμπα ο κόπος μας.
Πριν ξεκινήσουμε τη διαδικασία, ρίχνουμε χαλικάκι θαλάσσης μέσα στη λεκάνη μας πάνω στην πετονιά έως ότου σκεπαστεί.
Ξεκινάμε πάντα από το τελευταίο αγκίστρι γιατί αν δολώσουμε το πρώτο, το παράμαλλο θα κρεμάσει πολύ, τόσο που θα φτάσει στον πάτο της λεκάνης από τη εξωτερική πλευρά και θ’ ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα.
Ξεκαρφώνουμε το αγκίστρι από το φελλό, το τραβάμε λίγο, δολώνουμε και κρεμάμε γύρω - γύρω στη λεκάνη τα αγκίστρια με τη σειρά ένα - ένα με προσοχή να μην τα μπερδέψουμε, ή ακόμη έχοντας χαράξει με μαχαίρι το γύρω ελαστικό υλικό, εφαρμόζουμε για περισσότερη ασφάλεια εκεί το κάθε δολωμένο αγκίστρι.
ΠΩΣ ΡΙΧΝΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΡΑΓΑΔΙ.
Τα δυο παραγάδια που επρόκειτο να ρίξουμε τα δολώσαμε από το βράδυ. Γύρω στις 10.00 ήταν έτοιμα, τα σκεπάσαμε με εφημερίδες βρεγμένες με θαλασσινό νερό ώστε να διατηρηθούν υγρά τα δολώματα και πήγαμε για ύπνο.
Στις 2.00 τα ξημερώματα βρισκόμασταν στο λιμάνι προθερμαίνοντας τον κινητήρα του σκάφους Ο αέρας είχε πέσει, αλλά υπήρχε φουσκοθαλασσιά η οποία όμως δεν ήταν απαγορευτική κατ’ αρχήν για την πλεύση και κατά δεύτερο λόγο για το ρίξιμο των παραγαδιών. Λίγο πριν τις 3.00 είχαμε φτάσει στον τόπο που θα ρίχναμε τα παραγάδια.
Αν δεν γνωρίζουμε το βάθος της θάλασσας το μετράμε είτε με βυθόμετρο είτε με το βαρίδι που έχουμε δέσει έτσι κι αλλιώς στις 3 σημαδούρες που θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε. Το ρίχνουμε στη θάλασσα και μόλις πατώσει δένουμε το σχοινί στη σημαδούρα, ξαναμαζεύουμε, πηγαίνουμε στο πίσω μέρος της βάρκας και πετάμε στη θάλασσα την πρώτη σημαδούρα κρατώντας το βαρίδι.
Μόλις ξετυλιχτεί το σχοινί που είναι τυλιγμένο γύρω της, αφήνουμε το βαρίδι και την αρχή του παραγαδιού που έχουμε δέσει σ’ εκείνο το σημείο. Αυτό γίνεται για να μην στρίψει η μάνα επάνω στην καλούμα της σημαδούρας οπότε θα χάσουμε αγκίστρια, θα έχουμε και μπερδέματα..
Ξεκινάμε τη βάρκα σιγά - σιγά και το παραγάδι αρχίζει να πέφτει στη θάλασσα. Για να είμαστε σίγουροι ότι θα το μαζέψουμε όλο, ρίχνουμε ανάμεσά του άλλη μία ή και δυο σημαδούρες (τις οποίες και δένουμε στη μάνα) οπότε σε περίπτωση κολλήματός της σε κάποιο βράχο αναγκαστικά την κόβουμε, δένουμε άλλο καλαδούρι, πηγαίνουμε στην πιο κοντινή σημαδούρα και συνεχίζουμε το μάζεμα από εκεί.
ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΑΓΑΔΙ.
Τα παραγάδια μας είχαμε υπολογίσει να ψαρέψουν περίπου δύο ώρες ώστε συν τοις άλλοις να μη μας βρει ο καιρός που είχε προβλέψει το μετεωρολογικό. Με τη βοήθεια του οργάνου φτάσαμε στον τόπο που είχαμε ρίξει κι αρχίσαμε να μαζεύουμε.
Η διαδικασία του μαζέματος: Πηγαίνουμε στο μπροστινό τμήμα του σκάφους και αφού τυλίξουμε το σχοινί της πρώτης σημαδούρας φέρνουμε την αρχή του παραγαδιού στη βάρκα. Λύνουμε το σημείο που είχαμε δέσει όταν ξεκινούσαμε το ρίξιμο του παραγαδιού, τραβάμε σιγά - σιγά από τη θάλασσα τη μάνα και την τοποθετούμε μαζί με τα παράμαλλα στη λεκάνη, ενώ θα πρέπει πάντοτε η βάρκα να ακολουθεί την κατεύθυνσή της. Δεν καρφώνουμε ποτέ αγκίστρια στους φελλούς ούτε τα ξεδολώνουμε αν δεν είναι φαγωμένα. Ξαγκιστρώνουμε μόνο τα ψάρια πού έχουμε πιάσει ή κόβουμε το παράμαλλο κοντά στο στόμα του ψαριού αν έχει καταπιεί το δόλωμα και αντικαθιστούμε το αγκίστρι κατά τη διάρκεια του νεταρίσματος. Ο έτερος ψαράς πού βρίσκεται μαζί μας στη μηχανή ή στα κουπιά είναι πάντα έτοιμος για βοήθεια, ενώ εκείνος πού λεβάρει έχει δίπλα του την απόχη για τα μικρότερα, ή το γάτζο για τα μεγαλύτερα ψάρια που έχουν πιαστεί.
Το μάζεμα του παραγαδιού γίνεται κόντρα στον αέρα - αν φυσάει . Σε περίπτωση πού έχει βγάλει καιρό και πρέπει να σηκώσουμε οπωσδήποτε το παραγάδι, λεβάρουμε πρίμα.
Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου μας βρήκαν να μπαίνουμε στο λιμάνι έχοντας στα πανέρια μας άφθονους σαργούς, μελανούρια και λιθρίνια. Σιγά - σιγά ο καιρός «φόρτωνε» και ίσως γι’ αυτό και τα ψάρια έτρωγαν ότι έβρισκαν, γιατί όπως γνωρίζουμε συνήθως πριν την κακοκαιρία πέφτουν σαν τρελά και τρώνε ότι βρούν...
Μπαλάδες μεσοπέλαγα

Το πρώτο πράγμα που κάνουμε όταν είναι να βγούμε για ψάρεμα, είναι να πάρουμε πρόβλεψη για τις καιρικές συνθήκες που θα επικρατούν στον τόπο προορισμού μας. Αφήνοντας πίσω για ένα διήμερο άγχος και προβλήματα, θα ξεκινούσαμε για 2 -3 σημάδια που στο παρελθόν μας είχαν δώσει καλούς μπαλάδες και γουρλωμάτες.
Από την προηγούμενη ημέρα ξεκινήσαμε να φτιάχνουμε το αλιευτικό πλάνο. Μετά από συζήτηση μετά οινοποσίας αποφασίσαμε ότι η καλύτερη επιλογή θα ήταν ένα βαθύ ψάρεμα για μπαλάδες.
ΜΠΑΛΑΔΕΣ, ΓΟΥΡΛΩΜΑΤΕΣ, ΜΟΥΣΜΟΥΛΙΑ
Ο μπαλάς μοιάζει με το λυθρίνι, τόσο στην κατασκευή όσο και στα χρώματα, αλλά διαθέτει τριπλάσιο σε μέγεθος μάτι . Το επιστημονικό όνομα του μπαλά είναι Dentex Maccophthalmus. Σε μικρή ηλικία έχει χρώμα γκρι - ασημί, όταν μεγαλώσει παίρνει το ροζ - κόκκινο χρώμα του λυθρινιού και το κεφάλι του χοντραίνει. Ζει στο πέλαγος και ψαρεύεται σε ξέρες, πλάκες, αμολασπώδεις βυθούς και τραγάνες. Εκεί συναντάμε συνήθως μαζί γουρλωμάτες μπαλάδες και μεγάλα μουσμούλια ή κεφαλάδες.
Οι γουρλομάτες και οι μπαλάδες, είναι ψάρια που έχουν το χρώμα του λυθρινιού, την όψη φαγκρόπουλου αλλά είναι πιο στρογγυλά. Διαθέτουν μεγαλύτερο μάτι από το λυθρίνι, ο μεν μπαλάς είναι λίγο πιο ανοιχτόχρωμος από αυτό, με μια γκρί κουκίδα εμπρός από το πλάγιο πτερύγιό του. Οι γουρλομάτες έχουν και αυτές το χρώμα του λυθρινιού, διαθέτουν κόκκινες απολήξεις στα πτερύγια είναι πιο στρογγυλές από τους μπαλάδες και το μέγεθος των ματιών τους είναι ανάμεσα στο λυθρίνι και τον μπαλά. Τηγανητές είναι απλά αριστούργημα…
Το μουσμούλι ή κεφαλάς - όπως και τα προαναφερόμενα μπαλάδες και γουρλωμάτες - ζούν κοπαδιαστά.
Η επιστημονική ονομασία του ψαριού είναι Pagellus acarne. Ανήκει στην οι κογένεια των σπαριδών και είναι ένα κράμα γόπας και λυθρινιού με σώμα λίγο πιο μακρουλό από το λυθρίνι.
Το χρώμα του είναι ροζ - ασημί και ζει σε τραγάνες και αμμολασπώδεις βυθούς, ψαρεύεται από τους επαγγελματίες με μηχανότρατες και δίχτυα ενώ από τους ερασιτέχνες με καθετές, όπως και τα προαναφερόμενα ψάρια..
ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ
Για να μην μας λείψει κάτι, θα έπρεπε να κάνουμε προεργασία, γι’ αυτό μοιράσαμε τις δουλειές. Φροντίσαμε ώστε να έχουμε φορτισμένες μπαταρίες, για τις αρματωσιές, για το δόλωμα και ο Χρήστος για τα μηχανάκια που θα είχαμε μαζί μας.
Την επόμενη μέρα ξυπνήσαμε πάρα πολύ πρωί. Θα πηγαίναμε στο σημάδι που ξέραμε καλά, γιατί ψαρέψαμε εκεί την προηγούμενη χρονιά και είχαμε πάρει καλά ψάρια. Ξεκινήσαμε με καταπληκτική διάθεση και απερίγραπτο κέφι...
ΦΤΑΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΣΗΜΑΔΙ
Το gps- map έδειχνε ότι από στιγμή σε στιγμή θα φθάναμε στον προορισμό μας, το βυθόμετρο - fish finder έτοιμο να απεικονήσει την ξέρα όπου μας περίμεναν οι μπαλάδες. Φτάσαμε! Το μάτι του οργάνου έβλεπε 168 μέτρα βάθος. Συνδέσαμε τη μπαταρία στο μηχανάκι, δολώσαμε και το βαρίδι έπεσε στη θάλασσα. Οι μπαλάδες ήταν όντως εκεί και έτρωγαν με πολύ όρεξη.
ΨΑΡΕΥΟΝΤΑΣ
Μετά την πρώτη επίθεση στα δολώματά μας δοκιμάζοντας να ανεβάσουμε, το αμπερόμετρο «χτύπαγε κόκκινα». Ανεβάσαμε και η πρώτη ψαριά ήρθε στη βάρκα. Αφού επαναλάβαμε για δεύτερη και τρίτη φορά, είχαμε εξασφαλίσει τα ψάρια των δύο επομένων ημερών
Αφού τα ψάρια με το μάτι έφτασαν τα 10 περίπου κιλά, αποφασίσαμε πια να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής. Είχαμε και λίγο καφέ υπόλοιπο από το πρωί, τον οποίο και μοιραστήκαμε…
ΤΑ ΑΛΙΕΥΤΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΑΜΕ
Ξεκινώντας από τη μάνα, χρησιμοποιήσαμε dacron που είχαμε τυλίξει σε καρούλα. Το δέσαμε σε στριφτάρι βαρέως τύπου και εκεί προσαρμόσαμε ιδίου τύπου παραμάνα η οποία είχε δεμένο πίσω της ακόμη ένα στριφτάρι και συρμάτινη αρματωσιά όπως και τα ηλεκτρικά μηχανάκια.
Στο συγκεκριμένο ψάρεμα δέσαμε δυο αρματωσιές μεταξύ τους, για να μπορούν να ψαρεύουν περισσότερα αγκίστρια, όπου μπορούμε να δέσουμε εμείς αυτά της αρεσκείας μας.
Κόβουμε μικρά παράμαλλα δέκα περίπου πόντων, δένουμε αγκίστρια νούμερο τέσσερα, ενώ την άλλη άκρη του παράμαλλου, δένουμε στα μάτια που υπάρχουν στις απολήξεις της αρματωσιάς, όσο μπορούμε πιο κοντά. Το βαρίδι που χρησιμοποιούμε αναλόγως των υπαρχόντων ρευμάτων, κυμαίνεται από 350 έως 500 γραμμάρια, πολλές φορές όμως φτάνει μέχρι και ένα κιλό.
ΤΑ ΜΗΧΑΝΑΚΙΑ
Μηχανάκια όπως είπαμε παραπάνω, είχαμε δύο, τα οποία λειτουργούσαν άψογα, ένα για χρήση κι ένα για ρεζέρβα, κατασκευής του φίλου μας του Χατζηδουμάνη, όπως και οι συρμάτινες αρματωσιές.
Επειδή τα βάθη είναι μεγάλα και οι αντιστάσεις επίσης, τα μηχανάκια είχαν ανύψωση στατικού βάρους επί του άξονα 30 κιλά, κενά κατανάλωναν 1,8 Αμπέρ κενά, γεμάτα 4 Αμπέρ, ενώ η μπαταρία όπως καταλαβαίνετε είναι ανάλογη. Η ταχύτητα μαζέματος 75 μέτρα το λεπτό με τροχαλία καθετής, με ελεγχόμενη καστάνια αντιστροφής κινητήρα, ελεγχόμενο φρένο συμπιέσεως τροχαλίας και ρυθμιζόμενα σταθερά ράουλα μπράτσου.
ΔΟΛΩΜΑ
Το δόλωμά μας ήταν φρεσκοκατεψυγμένη γαρίδα που κόβαμε σε κομμάτια ανάλογα του μεγέθους των αγκιστριών και τα δολώναμε μαζί με το κέλυφος.
Σε αντίστοιχο ψάρεμα θα πρέπει να αναφέρουμε ότι χρησιμοποιήσαμε σαρδέλα σε τάκο, που είχε επίσης πολύ καλά αποτελέσματα.